Arctic Monkeys: Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not

Το Καλύτερο


Χρονιά Κυκλοφορίας: 2006
Ειδική Βαθμολογία = 10
Γενική Βαθμολογία = 12

Εκρηκτικό, βρώμικο και καθόλου πρωτότυπο! Άκου το τώρα!

Καλύτερο τραγούδι: A CERTAIN ROMANCE

Tracklist1) The View From The Afternoon, 2) I Bet You Look Good On The Dancefloor, 3) Fake Tales Of San Fransisco, 4) Dancing Shoes, 5) You Probably Couldn’t See For The Lights But You Were Staring Straight At Me, 6) Still Take You Home, 7) Riot Van, 8) Red Light Indicates Doors Are Secured, 9) Mardy Bum, 10) Perhaps Vampires Is A Bit Strong But…, 11) When The Sun Goes Down, 12) From The Ritz To The Rubble, 13) A Certain Romance.

Πολλά χρόνια πριν ο Alex Turner αρχίσει να χτενίζει τα μαλλιά του επί σκηνής, αυτός και η παρέα του ηχογράφησαν αυτό εδώ το album, μετά από δύο-τρία χρόνια προετοιμασίας και πρώιμων συναυλιών. Αποτέλεσμα ήταν να ξετρελάνουν τον κόσμο (και ειδικά την Αγγλία) με την μουσική τους και να αποκτήσουν μεγάλο κοινό για χρόνια: λογικό, αφού το Whatever People Say I Am παραμένει μέχρι και σήμερα το πιο γρήγορα πουλημένο ντεμπούτο από συγκρότημα.

Είναι αλήθεια πως η μεγάλη τρέλα με τους Arctic Monkeys έγινε 100% αισθητή σε όλους με την κυκλοφορία του AM και των πασίγνωστων singles του: τουλάχιστον, αυτό μου δείχνει η αναζήτηση στο διαδίκτυο και οι Έλληνες ακροατές. Βέβαια, ο μέσος νέος Έλληνας ακροατής δεν νομίζω πως ασχολείται με τίποτα άλλο πέρα από μπουζούκια και ό,τι ξένο hit πέσει στα χέρια του, οπότε η χώρα μας δεν αποτελεί και ιδιαίτερα αξιόπιστο δείγμα. Τέλος πάντων, θέλω να καταλήξω στο εξής: όσοι ξέρετε τους Monkeys μόνο από τα «Do I Wanna Know?» και «R U Mine?», μη διστάσετε να ακούσετε το ντεμπούτο τους. Δεν θα απογοητευτείτε. Γιατί;

Αρχικά, η τραγουδοποιία είναι ήδη σε καλό επίπεδο, ίσως όχι τόσο «γυαλισμένη» όσο επρόκειτο να γίνει 7 χρόνια μετά και ίσως υπερβολικά εξαρτημένη από παρόμοια chord progressions, αλλά το αποτέλεσμα είναι δυνατό: ετοιμάσου να βρεις 13 κομμάτια (ατίθασα, ξέφρενα rockers και φυσικές, αβίαστες μπαλάντες) με έξυπνα riffs και φωνητικά hooks που βασίζονται πάνω από όλα σε ελκυστικά ρυθμικά μοτίβα. Υπάρχουν αξεπέραστες μελωδίες εδώ; Ούτε για αστείο, αλλά σε προκαλώ να αρνηθείς τις κοφτές κιθαριές και το «χαλαρά έντονο» τραγούδισμα του Alex στα «Fake Tales» και «Red Light», για παράδειγμα. Τα κομμάτια σε καλούν να τα απολαύσεις.

Επίσης, είναι ξεκάθαρο για μένα πως οι συνθέσεις εδώ αποτελούν το συναισθηματικό ζενίθ του group. Ποτέ δεν θεώρησα την μουσική τους ιδιαίτερα έντονη σε αυτόν τον τομέα, αλλά το ντεμπούτο φτάνει πιο κοντά από όλα τους τα album σε «αυθεντική» έκφραση. Ξανά, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που να μπορεί να με οδηγήσει σε εκστατικές στιγμές, αλλά μου είναι δύσκολο να μην παρασυρθώ από το θράσος και κέφι του «The View From The Afternoon» ή τον νεανικό ρομαντισμό του «A Certain Romance».

Ακόμη, η ταυτότητα του group έχει ήδη διαμορφωθεί: τα τραγούδια πραγματεύονται τα αγαπημένα θέματα του Turner (σχέσεις, σεξ, πάρτι, κραιπάλη) και το ταλέντο του στο να σκιαγραφεί πειστικές καταστάσεις και χαρακτήρες δεν παύει στιγμή να με εντυπωσιάζει. Το μουσικό ύφος του group είναι ένα cocktail από post punk και alternative rock επιρροές: ο ήχος τους δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο σε κανένα απολύτως τομέα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα, δουλεμένη μίξη των μουσικών τους ηρώων. Άλλωστε, δεν νομίζω πως εν έτει 2006 είχε μείνει και κάτι καινούργιο να κάνεις με την rock μουσική έτσι και αλλιώς.

Αυτό που έχουμε εδώ, λοιπόν, είναι ένα εξαιρετικό ξεκίνημα. Οι Arctic Monkeys μπορεί να στερούνται πρωτοτυπίας, μεγάλου συνθετικού ταλέντου ή 100% αληθινής έκφρασης, αλλά με κάποιο περίεργο τρόπο είναι σε θέση να δημιουργήσουν ένα δίσκο που σε διασκεδάζει αρκετά, ακόμη και δύσκολα μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω από αυτό. Κανένα πρόβλημα από εμένα: χίλιες φορές να προσφέρεις ένα ευχάριστο, ελαφρύ 40λεπτο στους ακροατές σου, παρά 40 λεπτά αποτυχημένων προσπαθειών για «βάθος» και «ψάξιμο». Η πρώτη περίπτωση κάθεται πολύ καλύτερα στο στομάχι μου.

Arctic Monkeys: Favourite Worst Nightmare

Χρονιά Κυκλοφορίας: 2007
Ειδική Βαθμολογία = 8
Γενική Βαθμολογία = 10

Ίσως ο πειραματισμός δεν ταιριάζει σε όλους. Έπρεπε να είχαν μείνει σε αυτά που ξέρουν να κάνουν καλά.

Καλύτερο τραγούδι: TEDDY PICKER

Tracklist1) Brianstorm, 2) Teddy Picker, 3) D Is For Dangerous, 4) Balaclava, 5) Fluorescent Adolescent, 6) Only Ones Who Know, 7) Do Me A Favour, 8) This House Is A Circus, 9) If You Were There, Beware, 10) The Bad Thing, 11) Old Yellow Bricks, 12) 505.

Κλασσική πορεία σκέψης ενός νέου συγκροτήματος: «το ντεμπούτο μας είχε τεράστια επιτυχία, τώρα αντί να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια συνεχώς (γιατί ένας 40λεπτος δίσκος είναι υπερβολικά πολύ υλικό στο ίδιο ύφος και βαρεθήκαμε), λέμε να πειραματιστούμε. Είσαι έτοιμος, κόσμε;».

Δεν λέω, το να θες να ψάχνεσαι και να μην μένεις στάσιμος είναι ένας υπέροχος τρόπος σκέψης -είναι απαραίτητο αν θες να μην στερέψεις από ιδέες, ανεξαρτήτως μορφής τέχνης- και σίγουρα είναι η κινητήριος δύναμη πίσω από μπόλικες σπουδαίες καριέρες, αλλά δεν είναι όλοι οι καλλιτέχνες ικανοί για «εξερεύνηση», πόσο μάλλον όταν βρίσκονται μόλις στον δεύτερο δίσκο τους.

Ένα τέτοιο group είναι και οι Monkeys. Το ντεμπούτο τους ήταν μια ασταμάτητη rock εμπειρία, με ελάχιστες μπαλάντες να σπάνε λίγο την μονοτονία. Το Favourite Worst Nightmare αφήνει τις επιθετικές συνθέσεις σε δεύτερη μοίρα για να επικεντρωθεί στις μπαλάντες και τα πιο σκοτεινά τραγούδια για λίγο. Τα καταφέρνει, όμως; Δεν νομίζω.

Τα ερωτοτράγουδα ηχούν…ανέραστα και αρκετά άχρωμα («Only Ones Who Know», «Do Me A Favour»), ενώ τα σκοτεινά κομμάτια («If You Were There, Beware») δεν είναι καθόλου πειστικά: τα παιδιά προσπαθούν πολύ να ακουστούν απειλητικά και δυσοίωνα, αλλά τα αποτελέσματα δεν μπορούν παρά να με απογοητεύσουν κάπως.

Και μετά έχεις τα «ενδιάμεσα»: το «505» δεν καταφέρνει στιγμή να φανεί ως κάτι περισσότερο από μια υπερβολικά δραματική πεσιμιστική μπαλάντα, ενώ τα «The Big Thing» και «Old Yellow Bricks» είναι rockers στο παλιό καλό ύφος, αλλά: α) είναι κάπως κοινότυπα μουσικά, με κάπως άχρωμες μουσικές ιδέες και, β) και στα δύο κομμάτια η ένταση επισκιάζεται από μια ανάγκη να προσθέσουν «ερωτικό δράμα» στις συνθέσεις (για να ταιριάζει με τους στίχους, υποθέτω;).

Από την άλλη, τα πρώτα πέντε κομμάτια αποτελούν τη φυσική συνέχεια του ντεμπούτου και θα μπορούσαν άνετα να βρίσκονται εκεί. Τα «Brianstorm», «Teddy Picker» και «D Is For Dangerous» δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα «Dancing Shoes», «The View» και «Red Light»: γεμάτα ενέργεια, ταχύτητα και την γνωστή cocky αύρα που ξέρουν να αποτυπώνουν τόσο καλά, επιβεβαιώνουν το ότι τα παιδιά θα έπρεπε να είχαν συνεχίσει στο ίδιο ύφος τον Δεκέμβριο του 2006 (όπου και έλαβαν μέρος οι ηχογραφήσεις για τον δεύτερο δίσκο). Εξίσου δυνατό είναι και το «This House Is A Circus», το μόνο «σκοτεινό» κομμάτι από εδώ που ηχεί πειστικό, ίσως επειδή το κοφτερό ρυθμικό του μοτίβο είναι το φόρτε της μπάντας.

Το Favourite Worst Nightmare δεν είναι κακός δίσκος σε καμία περίπτωση: οι μελωδικές ιδέες είναι ακόμη δυνατές (ακόμη και στα αδύναμα κομμάτια) και ο αποτυχημένος πειραματισμός όχι αρκετά καταστροφικός για να σε απομακρύνει από το album, αλλά είναι οπωσδήποτε άνισος και όχι από τα πρώτα album που θα θέλεις να τσεκάρεις στη δισκογραφία  τους.

Arctic Monkeys: Humbug

Χρονιά Κυκλοφορίας: 2009
Ειδική  Βαθμολογία = 7
Γενική Βαθμολογία = 9

Όσο πιο μακριά απομακρύνονται από τις ρίζες τους, τόσο πιο αδύναμα είναι τα αποτελέσματα του πειραματισμού.

Καλύτερο τραγούδι: CRYING LIGHTNING

Tracklist1) My Propeller, 2) Crying Lightning, 3) Dangerous Animals, 4) Secret Door, 5) Potion Approaching, 6) Fire And The Thud, 7) Cornerstone, 8) Dance Little Liar, 9) Pretty Visitors, 10) The Jeweller’s Hands.

Η λεζάντα από πάνω μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι σε αυτόν τον δίσκο τα παιδιά δοκιμάζουν πολλά και διαφορετικά πράγματα, αλλά σε διαβεβαιώ πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι ρίζες τους είναι τα δυναμικά rockers και οι γλυκόπικρες μπαλάντες, ενώ ο πειραματισμός είναι…τα πιο σκοτεινά rockers και μελαγχολικές μπαλάντες. Στάσου μισό λεπτό! Αυτό δεν προσπάθησε να κάνει και το Worst Nightmare; Πάλι τα ίδια θα έχουμε;

Ακριβώς, με μόνη αλλαγή στον τομέα της παραγωγής: ο ήχος είναι πλέον πιο λεπτομερής και εμπλουτισμένος με διάφορα όργανα, αφού το συγκρότημα θέλει να ξεφύγει όσο γίνεται από τα όσα έκαναν πριν. Το περίεργο είναι πως, για όλη τους την θέληση για εξερεύνηση, δεν φαίνεται να κάνουν θαρραλέα βήματα προς το άγνωστο. Τα τραγούδια στο Humbug παραμένουν στο ίδιο post punk/alternative rock πλαίσιο, απλά με διαφορετικό mood.

Αφού παραμένουν στα ίδια μουσικά είδη, λοιπόν, γιατί δυσκολεύονται να εκφράσουν πειστικά και άλλες συναισθηματικές καταστάσεις πέρα από ένταση και ανέμελο ρομαντισμό; Και αφού δεν μπορούν, γιατί δεν μένουν σε αυτά που ξέρουν να κάνουν καλά; Επίσης, τι απέγινε στην τραγουδοποιία τους; Ακόμη και τα πιο αδύναμα κομμάτια στον προηγούμενο δίσκο είχαν τουλάχιστον λίγη φροντίδα σε αυτόν τον τομέα. Εδώ, η πλειοψηφία των κομματιών ηχεί εντελώς πρόχειρη συνθετικά, χωρίς δυνατά κιθαριστικά/φωνητικά hooks.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ο δίσκος μοιράζει το ένα προβληματικό κομμάτι μετά το άλλο. Το «Fire And The Thud» προσπαθεί να δημιουργήσει ένταση και suspense μέσα από το «μινιμαλιστικό» χτίσιμο του, αλλά χωρίς επιτυχία. Το «Secret Door» έχει ένα από τα ομορφότερα φινάλε σε κομμάτι των Monkeys…κρίμα που το υπόλοιπο κομμάτι δεν ξέρει αν θέλει να είναι ένα bouncy rocker ή μια αργή anthem μπαλάντα (και όχι, δεν δένουν καθόλου ομαλά τα δύο sections). 

Τα «Dance Little Liar» και «The Jeweller’s Hands» είναι κοινότυπες mid-tempo «συννεφιασμένες» μπαλάντες, ενώ το «Cornerstone» αποτελεί μια εξωφρενικά άχρωμη ρομαντική…μπαλάντα. Χμ, κάπου έχω ξαναδεί την λέξη «μπαλάντα» σε αυτό το review. Πάλι καλά όμως που υπάρχει και το «Pretty Visitors» με το βαρύ, απειλητικό ύφος του για να σώσει την κατάσταση, έτσι; Φυσικά και όχι, αφού για άλλη μια φορά τα παιδιά είναι ανίκανα να γράψουν καλό κομμάτι που δεν έχει μια σαρκαστική, επιθετική και «αλαζονική» διάθεση. Ξέρεις, σαν τα rockers του ντεμπούτου.

Η μόνη ελπίδα σωτηρίας έρχεται στο «Crying Lightning», μια επική, ναι καλά διαβάζεις, μπαλάντα με ελαφρές ανατολίτικες επιρροές που θα σε εξιτάρει με την δύναμη της, και το «My Propeller», το οποίο λειτουργεί σαν μια πιο συγκρατημένη εκδοχή του «Lightning» χωρίς τις εν λόγω επιρροές. Γενικα, βαρέθηκα. Και κουράστηκα. Το Humbug είναι αδιάφορο πέρα από κάθε φαντασία και το μόνο θετικό που μπορεί να βγει από αυτό τον δίσκο, υποθέτω, είναι το ότι αποτέλεσε «training ground» για το συγκρότημα και ελπίζω να μην επιστρέψει σε αυτά τα επίπεδα πάλι.

Arctic Monkeys: Suck It And See

Χρονιά Κυκλοφορίας: 2011
Ειδική Βαθμολογία = 6
Γενική Βαθμολογία = 8

Αν θες να κοιμηθείς χωρίς κόπο, τρέξε να το ακούσεις γρήγορα!

Καλύτερο τραγούδι: όποιο είναι λιγότερο βαρετό.

Tracklist1) She’s Thunderstorms, 2) Black Treacle, 3) Brick By Brick, 4) The Hellcat Spangled Shalalala, 5) Don’t Sit Down Cause I’ve Moved Your Chair, 6) Library Pictures, 7) All My Own Stunts, 8) Reckless Serenade, 9) Piledriver Waltz, 10) Love Is A Laserquest, 11) Suck It And See, 12) That’s Where You’re Wrong.

Κανονικά, η πρώτη παράγραφος αποτελεί το σημείο όπου θα πρέπει να σε ενημερώσω για το background σχετικά με τον δίσκο, να δώσω μια γενική εικόνα της δημοφιλίας του συγκροτήματος και να αναφέρω την κατεύθυνση που παίρνει σε αυτό τον δίσκο ο καλλιτέχνης/συγκρότημα. Από τη στιγμή που ο δίσκος είναι τόσο, μα τόσο βαρετός και ανέμπνευστος, δεν μπαίνω καν στον κόπο. Απλά προχωράμε στην ουσία.

Συνθετικά, το Suck It And See ίσως είναι ελαφρώς ανώτερο από το Humbug: η κιθαριστική παρουσία είναι πιο αισθητή, με κάπως πιο δουλεμένες μελωδίες στην εξάχορδη. Όχι ότι μπορώ να θυμηθώ έστω και λίγο από την πλειοψηφία των κομματιών αλλά, ξέρεις, προσπαθούνε τουλάχιστον.

Το πρόβλημα είναι πως τα τραγούδια εδώ δεν έχουν τίποτε το ιδιαίτερο.  Οι μπαλάντες έχουν αυτήν την άνοστη, άνευρη, γλυκανάλατη, ψευτο-anthem αύρα που έχει κάθε κοινότυπη alternative rock μπαλάντα, ενώ τα rockers συνεχίζουν στον ίδιο «κοίτα πόσο σκοτεινοί, μυστηριώδεις και απειλητικοί είμαστε» δρόμο που χάραξαν οι δύο προηγούμενοι δίσκοι, μόνο που όχι απλά δεν μπορούν να οδηγήσουν ομαλά σε αυτό τον δρόμο, δεν έχουν ούτε την ικανότητα να τον διασχίσουν και μετά να μάθουν από τα λάθη τους. Τέταρτος δίσκος και έχουν σημειώση μηδενική πρόοδο στα όσα θέλουν να πετύχουν.

Θέλω να πω, δεν είναι πως υπάρχει κάτι που μισώ στο Suck It And See. Απλά η μουσική εδώ θα μπορούσε να φτιαχτεί και από το τελευταίο κολεγιακό συγκροτηματάκι της πλάκας. Οι Arctic Monkeys, με την δημοφιλία και την αποδοχή από τους κριτικούς που απολαμβάνουν, θα έπρεπε να κρίνονται με πιο υψηλά standard από το «εντάξει, καλοί είναι, ακούγονται». 

Arctic Monkeys: AM

Χρονιά Κυκλοφορίας: 2013
Ειδική Βαθμολογία = 8
Γενική Βαθμολογία = 10

Είναι αυτό το δεύτερο δυνατό ημίχρονο για τα παιδιά, ή θα κάνουμε τρεις-τέσσερις δίσκους να ξαναδούμε τέτοια ποιότητα στη μουσική τους;

Καλύτερο τραγούδι: ARABELLA

Tracklist1) Do I Wanna Know?, 2) R U Mine?, 3) One For The Road, 4) Arabella, 5) I Want It All, 6) No.1 Party Anthem, 7) Mad Sounds, 8) Fireside, 9) Why’d You Only Call Me When You’re High, 10) Snap Out Of It, 11) Knee Socks, 12) I Wanna Be Yours.

Κάποιοι μίλησαν για «ξεπούλημα», άλλοι για τον καλύτερο τους δίσκο. Παρά τις αντικρουόμενες απόψεις, το AM αποτελεί ένα από τα πιο επιτυχημένα album τους, το «εισιτήριο» τους για επιτυχία στην Αμερική και, ας είμαστε ειλικρινείς, ο λόγος που μέχρι και η θεία μου ξέρει τους Arctic Monkeys: καλώς ή κακώς, η «εμπορική» φύση του δίσκου έχει προσελκύσει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία ακροατών απ’ότι οι προηγούμενες προσπάθεις του group. 

Στην ουσία, το πέμπτο εγχείρημα του group είναι η φυσική συνέχεια του ντεμπούτου, αλλά «ντυμένη» με πιο μοντέρνα παραγωγή. Ξέχνα τις ωμές κιθάρες και drums του Whatever: ο ήχος εδώ είναι γυαλιστερός, «λαδωμένος» και εμφανέστατα επηρεασμένος περισσότερο από το τι παίζει στην μουσική τώρα, παρά 20 χρόνια πριν. Μερικούς μπορεί να τους ξενίσει αυτή η αλλαγή, αλλά: α) οι Monkeys ποτέ δεν ήταν τόσο «real rock’n’roll» όσο θέλουν να πιστεύουν κάποιοι και, β) η παραγωγή παραμένει καλόγουστη: δίνει μια 100% ταιριαστή νυχτερινή αύρα. Άλλωστε, τα παιδιά γουστάρουν hip-hop.

Κάτω από το μοντέρνο περιτύλιγμα, όμως, θα διαπιστώσεις πως τα τραγούδια επιστρέφουν στην cocky, σαρκαστική νοοτροπία που υπήρχε στο ντεμπούτο, με τα διάφορα συναισθηματικά layers που εξερεύνησαν ανάμεσα στο 2007 και το 2011 να εμφανίζονται διακριτικά στο background των συνθέσεων και στην γενική ατμόσφαιρα του δίσκου. Επιτέλους! Πλέον, τα παιδιά δεν σε χτυπάνε στο κεφάλι με προφανή «σκοτεινά» (για παράδειγμα) riff, αλλά εφαρμόζουν σωστά όσα έμαθαν τα τελευταία χρόνια και δεν πέφτουν σε «εύκολα» συνθετικά μονοπάτια. Επίσης καταφέρνουν να γράψουν μελωδίες που δεν ξεχνιούνται μετά από μισή ώρα (βλέπε Suck It And See).

Επομένως, έχεις rockers σαν τα πρώτα τέσσερα να παρελαύνουν καμαρωτά στα ηχεία σου με το υπνωτιστικό mid-tempo τους και τις σερνόμενες μπασογραμμές τους να χτίζουν μια φοβερή ατμόσφαιρα. Αν ο πρωταγωνιστής των τραγουδιών στο ντεμπούτο ήταν ένας ορεξάτος 20αρης που πηγαίνει από το ένα ξενύχτι στο άλλο, στο AM δείχνει πιο μεστός και μετρημένος από ποτέ: μπορεί να μην περνάει το ίδιο ξέφρενα τις νύχτες του, αλλά είναι πιο σαγηνευτικός  και ώριμος από ποτέ. Τουλάχιστον αυτό διαπιστώνω ακούγωντας το δραματικό ρεφραίν του «Do I Wanna Know?» ή το εθιστικό groove του «Arabella» -υπάρχει ακόμη ενέργεια μέσα του, απλά την διοχετεύει διαφορετικά πλέον.

Ακόμη, το group προσφέρει την καλύτερη του μπαλάντα μετά το «A Certain Romance»: το «Mad Sounds» είναι μια υπέροχη μίξη 60’s R&B με Velvet Underground. Ειλικρινές, ρομαντικό και δροσερό, θυμίζει -ίσως και στα ίδια τα μέλη- το πόσο καλοί μπορούν να γίνουν σε αυτόν τον τομέα όταν θέλουν. Κρίμα που πολύ συχνά δεν θέλουν.

Παρά τα θετικά, όμως, το album είναι αρκετά άνισο. Όσα καλά λόγια διάβασες πριν για τις συνθέσεις, αφορούν μοναχά 5 κομμάτια…από τα 12. Ο μισός δίσκος, λοιπόν, επιστρέφει σε πιο αδιάφορα μονοπάτια: ο τετριμμένος συναισθηματισμός του «No.1 Party Anthem» μπορεί να είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στις ρομαντικές μπαλάντες, αλλά αυτό δεν το απαλλάσει από…τον τετριμμένο συναισθηματισμό του. Το «Fireside» μου θυμίζει όλα εκείνα τα hipster «μελαγχολικά» κομμάτια που θα βρεις στο MTV, τα «Snap Out Of It» και «Knee Socks» είναι κάπως πιο pop από όσο μπορούν να είναι οι Monkeys, ενώ το «I Wanna Be Yours» δεν είναι τόσο πειστικό με την «εξομολογητική» αύρα που θέλει να έχει. Α ναι, και το «Why’d You Only Call Me» είναι μια κατώτερη εκδοχή των «Arabella» και «R U Mine?». Σορρυ.

Αυτό που μένει από τον δίσκο είναι μια χούφτα δυνατά κομμάτια και αρκετό πισωγύρισμα. Οι Monkeys φαίνεται να έχουν βρει τεράστια αποδοχή με αυτη τη νέα κατεύθυνση στην παραγωγή, αλλά ταυτόχρονα έχουν πολύ δρόμο μέχρι να ωριμάσουν συναισθηματικά και να δημιουργήσουν κάτι που να είναι ισάξιο του ταλέντου που (όλο και λιγότερο) επιδεικνύουν.

Pink Floyd: The Piper At The Gates Of Dawn

Το Επαναστατικό


Χρονιά Κυκλοφορίας: 1967
Ειδική Βαθμολογία = 7
Γενική Βαθμολογία = 11

Σχιζοφρενικό, χαοτικό και εντελώς περίεργο, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την κλασική περίοδο του group.

Καλύτερο τραγούδι: ASTRONOMY DOMINE

Tracklist1) Astronomy Domine, 2) Lucifer Sam, 3) Matilda Mother, 4) Flaming, 5) Pow R. Toc H., 6) Take Up Thy Stethoscope And Walk, 7) Interstellar Overdrive, 8) The Gnome, 9) Chapter 24, 10) Scarecrow, 11) Bike.

Περίεργα collage ήχων, επιθετικό γραντζούνισμα μουσικών οργάνων, μίμηση drums με το στόμα: με τέτοιας φιλοσοφίας συστατικά ξεκίνησαν την δισκογραφία τους οι Pink Floyd το 1967. Με τον Roger Waters να μην ζητά ακόμη κυριαρχία στο group και τον David Gilmour να μην είναι καν στο συγκρότημα για την ώρα, ο Syd Barrett οδήγησε το συγκρότημα στις εκκεντρικές μουσικές του αναζητήσεις και το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος χωρίς προηγούμενο στα pop/rock δρώμενα: με τον ασταμάτητο πειραματισμό του, την «μαστουρωμένη» ατμόσφαιρα και την μοναδική προσωπικότητα του Barrett, το Piper At The Gates Of Dawn βοήθησε στην εξέλιξη της ψυχεδελικής μουσικής, η οποία γινόταν από το 1966 το νέο trend στα μουσικά δρώμενα της εποχής.

Η πρώτη ακρόαση αυτού του δίσκου είναι λογικό πως θα φέρει διαφορετικές αντιδράσεις στον καθένα: άλλοι το λατρεύουν εξ’αρχής για την ανεπανάληπτη αύρα του, άλλοι το μισούν για πάντα λόγω της «άσκοπης» φύσης του, ενώ άλλοι είναι επιφυλακτικοί στην αρχή και σταδιακά «ξεκλειδώνουν» τα μυστικά του. Εγώ βρίσκομαι κάπου στην μέση: δεν το λατρεύω, ούτε το μισώ. Θεωρώ πως είναι μια πολύ καλή συλλογή κομματιών που, δεδομένων των ρίσκων που παίρνει, έχει και κάποια μειονεκτήματα. 

Τα τραγούδια εδώ χωρίζονται σε: α) επιθετικά, εφιαλτικά rockers, β) ψυχεδελικά jam και, γ) χιουμοριστικά, «παιδικά» κομμάτια. Στην πρώτη κατηγορία, τα καλύτερα είναι το φανταστικό «Astronomy Domine» με τα εντελώς ψυχωτικά κιθαριστικά ξεσπάσματα και τα ανορθόδοξα drum patterns, καθώς και το «Lucifer Sam» που φέρνει στο νου μεταμεσονύχτιες εικόνες, χάρη στην διακριτικά απειλητική παραγωγή του.

Από την δεύτερη κατηγορία, το «Interstellar Overdrive» είναι το μόνο που αξίζει: αποτελεί τη πιο χαώδη και απρόβλεπτη στιγμή του δισκού και, παρ’όλο που σπάνια θα βάλω να το ακούσω, η ατμόσφαιρα που δημιουργεί είναι καταπληκτική: 100% creepy και εξωγήινη. Από την άλλη, το «Take Thy Stethoscope» είναι βαρετό και ενοχλητικό γιατί αυτή τη φορά το jam δεν έχει καμία ιδιαίτερη αύρα: δεν είναι μια ηχητική απεικόνιση ένος διαστημικού ταξιδιού, αλλά ένα group που απλά κάνει άσχημο θόρυβο.

Η τρίτη κατηγορία φέρνει λιγότερες επιτυχίες, αλλά τα «Flaming» και «Bike» είναι εξαιρετικά και βρίσκουν τον Barrett στις πιο «αφελείς» και ανάλαφρες στιγμές του δίσκου. Τα «Gnome» και «Scarecrow» θεωρώ πως το παρακάνουν με την παιδική αφέλεια, όμως, και περισσότερο κουράζουν παρά διασκεδάζουν.

Εν ολίγοις, ένα εντελώς ιδιοσυγκρατικό ντεμπούτο. Κανένα άλλο συγκρότημα δεν έκανε τέτοια μουσική τον Αύγουστο του 1967 και, σε μερικά χρόνια, ούτε οι ίδιοι οι Floyd. Το Piper δεν είναι ένας δίσκος που θα τον ακούσεις για την συναισθηματική του δύναμη. Δεν είναι ένας δίσκος που θα τον ακούσεις για την υπέροχη τραγουδοποιία (αν και τα δυνατά κομμάτια εδώ είναι όλα καλογραμμένα, με τον δικό τους τρόπο). Είναι ένας δίσκος φτιαγμένος για τριπάρισμα, είτε αυτό θα το επιτύχεις με την βοήθεια ναρκωτικών είτε απλά με το να χαθείς μέσα στο μυαλό σου με τον Syd οδηγό.

Pink Floyd: A Saucerful Of Secrets

Χρονιά Κυκλοφορίας: 1968
Ειδική Βαθμολογία = 7
Γενική Βαθμολογία = 11

Φαίνεται πως η απούσια του Barrett έφερε…ίδιας ποιότητας αποτελέσματα στη μουσική τους, προς το παρόν τουλάχιστον.

Καλύτερο τραγούδι: LET THERE BE MORE LIGHT

Tracklist1) Let There Be More Light, 2) Remember A Day, 3) Set The Controls For The Heart Of The Sun, 4) Corporal Clegg, 5) A Saucerful Of Secrets, 6) See-Saw, 7) Jugband Blues.

Με τον Barrett να γίνεται ολοένα και πιο απρόβλεπτος στην συμπεριφορά του με το πέρασμα του χρόνου, τα υπόλοιπα μέλη αποφάσισαν να τον αντικαταστήσουν με τον David Gilmour. Έχοντας όμως αρχίσει ήδη τις ηχογραφήσεις για τον νέο τους δίσκο, το Saucerful Of Secrets κατέληξε να έχει εμφανίσεις τόσο από τον David όσο και απ’τον Syd.

Είναι εμφανές από το πρώτο κομμάτι πως κάτι έχει αλλάξει στον ήχο του group. Η ψυχεδέλεια είναι ακόμη εδώ, αλλά η προσωπικότητα του Barrett σιγά-σιγά φεύγει από το DNA της μουσικής τους. Από εδώ και στο εξής, ένα τραγούδι των Floyd έχει ως βασικά συστατικά τις μπασογραμμές του Waters και τις κιθαριές του Gilmour: ξέχνα τις ιδιοτροπίες του ντεμπούτου. 

Στα rocker, το «Let There Be More Light» ελίσσεται καταπληκτικά ανάμεσα στα δυσοίωνα, σχέδον metal riff των κουπλέ (απλά σκέψου τα με μπόλικη παραμόρφωση και θα καταλάβεις τι εννοώ!)  και τα δραματικά ρεφραίν, ενώ το «Corporal Clegg» εναλλάσσει αβίαστα τις επιθετικές του στροφές με το pop ρεφραίν και έχει break με kazoo, όσο και αν δυσκολεύεσαι να το πιστέψεις. 

Από την άλλη, το «Setting Controls» είναι ένας πρόδρομος του «One Of These Days»: διαρκές build-up, αλλά αυτή τη φορά η μπασογραμμή έχει έντονες επιρροές από Ανατολή και τα πλήκτρα δίνουν μια υπνωτιστική αύρα στο κομμάτι, σε αντίθεση με τα γκάζια του «Days». Επίσης, το χαλαρωτικό «Remember A Day» ξεχωρίζει χάρη στα όμορφα πιανιστικά μοτίβα του Wright και τα διαστημικά slide περάσματα του Gilmour. 

Μετά από αυτά τα τέσσερα κομμάτια, ο δίσκος φαίνεται να πέφτει λίγο: το «A Saucerful Of Secrets» είναι το sequel του «Interstellar», μόνο που αυτή τη φορά δεν αφορά ένα διαστημικό ταξίδι, αλλά μια μάχη και είναι αρκετά κινηματογραφικό (ξανά, σπάνια θα βάλω να το ακούσω). Το «See-Saw» είναι ένα ακόμη πιανιστικό κομμάτι, αλλά χωρίς ενδιαφέρουσα πιανιστική παρουσία αυτή τη φορά, ενώ το «Jugband Blues» είναι ένα ακόμη «παιδικό» κομμάτι από τον Syd, μόνο που πλέον φαίνεται πιο πολύ άκυρο παρά ενδιαφέρον. 

Συνοπτικά, το Saucerful Of Secrets είναι ένα πολύ καλό μεταβατικό album. Το συγκρότημα αφήνει κιόλας πίσω το ύφος του Piper και αρχίζει σιγά-σιγά να διαμορφώνει τον νέο του ήχο. Δεν συμφωνώ με την τάση πολλών να θεοποιούν το ντεμπούτο και να ξεχνούν αυτό εδώ. Καθαρά μουσικά, η ποιότητα των δύο δίσκων δεν διαφέρει ιδιαίτερα, απλά το Piper κουβαλάει την ταμπέλα του πρωτοποριακού και δεν κινδυνεύει από κριτικές εδώ και 50 χρόνια.